γεμάτος
επίθετο1. Που περιέχει στην εσωτερική του χωρητικότητα ύλη ή αντικείμενα έως ή κοντά στο όριό της.
2. Που περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό ή ένταση ενός στοιχείου ή ιδιότητας μέσα σε ένα πλαίσιο (π.χ. ιδεών, εμπειριών, συναισθημάτων).
Συνώνυμα
πλήρης χορτάτος χορτασμένος κορεσμένος σκασμένος μπουκωμένος φορτωμένος πλημμυρισμένος συνωστισμένος κατάφορτος βουλιαγμένος καλυμμένος διαποτισμένος εμπλουτισμένος σωματώδης επιφορτισμένος ικανοποιημένος πλούσιος εφοδιασμένος κατειλημμένος παχουλός πληθωρικός συμπληρωμένος πολυπληθής
Αντώνυμα
άδειος κενός νηστικός κουφός κούφιος αραιός μισοάδειος γυμνός στερημένος απογυμνωμένος αδειασμένος πεινασμένος ερημικός αδειανός ανικανοποίητος απομονωμένος ερημωμένος σκέτα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ποτήρι είναι γεμάτο νερό.
- Μετά το δείπνο ήμουν γεμάτος και δεν ήθελα γλυκό.
- Η αίθουσα ήταν γεμάτη κόσμο για τη συναυλία.
- Το γραφείο της είναι γεμάτο βιβλία και χαρτιά.
- Το βλέμμα του ήταν γεμάτο ελπίδα.
- Η μέρα ήταν γεμάτη υποχρεώσεις.