ενωμένος
επίθετο1. Που αποτελείται από στοιχεία ή μέρη που έχουν ενωθεί, σχηματίζοντας ενιαίο όλο.
2. Που χαρακτηρίζεται από συμφωνία, αλληλεγγύη ή ομοψυχία μεταξύ ατόμων ή ομάδων.
Συνώνυμα
ενοποιημένος συνενωμένος συγχωνευμένος ενωσμένος συνδεδεμένος συσπειρωμένος ομόψυχος ενιαίος συγκολλημένος αγκαλιασμένος ομογενοποιημένος συμπορευόμενος
Αντώνυμα
διασπασμένος χωρισμένος διχασμένος διαχωρισμένος διαλυμένος αποξενωμένος ασύνδετος μεμονωμένος αποσπασμένος αποσχισμένος απομονωμένος αποσυνδεδεμένος σκορπισμένος αποκομμένος σπασμένος χωριστός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ενωμένος λαός έδειξε αλληλεγγύη.
- Οι φίλες παρέμειναν ενωμένες παρά τις διαφορές τους.
- Τα δύο κτίρια είναι ενωμένα με μια γέφυρα.
- Η ομάδα νιώθει ενωμένη πριν από τον τελικό.
- Ένιωσε ενωμένος με την παράδοση του τόπου.