αποσπασμένος

επίθετο

1. Που έχει αποκοπεί ή χωριστεί από το αρχικό σημείο, σύνολο ή σώμα.

2. Που έχει τοποθετηθεί προσωρινά σε άλλη υπηρεσία, θέση ή τόπο για την εκτέλεση καθηκόντων.

Συνώνυμα

αφηρημένος ασυγκέντρωτος απορροφημένος απομονωμένος αποκομμένος αποκολλημένος απομακρυσμένος αποστασιοποιημένος αποστασιομένος ξεκομμένος αποτραβηγμένος αποσυνδεδεμένος μετατεθειμένος διαχωρισμένος χωρισμένος απρόσεκτος απασχολημένος αλλοτριωμένος τοποθετημένος εντεταλμένος αποδεσμευμένος κατακερματισμένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης είναι αποσπασμένος στο άλλο τμήμα μέχρι το τέλος του μήνα.
  • Το κάθισμα ήταν αποσπασμένο από τη βάση του και κινδύνευε να πέσει.
  • Καθώς μιλούσε, φαινόταν αποσπασμένη και δεν άκουγε τι της έλεγαν.
  • Δύο αστυνομικοί είναι αποσπασμένοι στην περιπολία της πλατείας όλο το βράδυ.
  • Μετά την απομάκρυνση, ένιωσε αποσπασμένος από τις εξελίξεις στην εταιρεία.