ευνοημένος
επίθετο1. Που έχει λάβει ιδιαίτερη μεταχείριση σε σχέση με άλλους, με αποτέλεσμα να διαθέτει πλεονέκτημα.
2. Που απολαμβάνει καλύτερες συνθήκες, διευκολύνσεις ή ωφελήματα που τον τοποθετούν σε πλεονεκτική θέση.
Συνώνυμα
ευνοούμενος προνομιούχος προτιμημένος προτιμώμενος εκλεκτός αγαπημένος φαβορί χαϊδεμένος επιλεγμένος ευδαίμων ευλογημένος τυχερός προωθημένος
Αντώνυμα
αδικημένος παραγκωνισμένος αποκλεισμένος περιθωριοποιημένος παραμελημένος αγνοημένος ζημιωμένος υποβαθμισμένος απαξιωμένος απομονωμένος άτυχος καημένος στερημένος ατυχής κακότυχος κακομοίρης
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Μάρκος αισθάνθηκε ευνοημένος όταν κέρδισε το βραβείο.
- Ο ιδιοκτήτης της μικρής επιχείρησης βγήκε ευνοημένος λόγω των νέων φοροαπαλλαγών.
- Στην ψηφοφορία πάντα θεωρούσαν ότι ο Δημήτρης ήταν ευνοημένος από τον πρόεδρο.
- Μετά την κληρονομιά, ο αδελφός έγινε ο ευνοημένος της οικογένειας.
- Στον διαγωνισμό, ο νικητής φάνηκε ευνοημένος από τους κριτές.