μεμονωμένος
επίθετο1. Που αναφέρεται σε ένα μόνο στοιχείο, πρόσωπο ή γεγονός, ξεχωριστό από τα υπόλοιπα.
2. Που συμβαίνει περιστασιακά ή κατά περίπτωση, όχι συστηματικά ή επαναλαμβανόμενα.
Συνώνυμα
απομονωμένος ξεχωριστός αποκομμένος ξεκομμένος σποραδικός ατομικός διακριτός μονωμένος επιμέρους μοναδικός αποσυνδεδεμένος αποσπασματικός μοναχικός χωριστός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρόκειται για μια μεμονωμένη περίπτωση που δεν πρέπει να γενικεύουμε.
- Ο μεμονωμένος συνεργάτης προτιμά να δουλεύει μόνος του.
- Το πρόβλημα ήταν μεμονωμένο και λύθηκε γρήγορα.
- Σε κάθε τεστ βρέθηκαν λίγα μεμονωμένα σφάλματα, δεν υπήρχε όμως συστηματικό πρόβλημα.
- Η ομάδα αντιμετώπισε τις μεμονωμένες περιπτώσεις ξεχωριστά.