έγκλημα
ουσιαστικό1. Πράξη ή παράλειψη που ορίζεται από το νόμο ως παράνομη και επισύρει ποινικές κυρώσεις.
2. Βίαιη ή βλαπτική ενέργεια που προκαλεί ζημία ή βλάβη σε άτομα, περιουσία ή κοινωνική τάξη και θεωρείται ηθικά κατακριτέα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Διαπράχθηκε ένα έγκλημα κοντά στον σταθμό και οι κάτοικοι ανησυχούν.
- Τα εγκλήματα στον κυβερνοχώρο αυξήθηκαν τον τελευταίο χρόνο.
- Το οργανωμένο έγκλημα έχει διεθνείς διασυνδέσεις.
- Είναι έγκλημα να πετάς πλαστικά στη θάλασσα.
- Το έγκλημα πολέμου καταγράφηκε από διεθνείς επιθεωρητές.