υποβαθμίζομαι
ρήμα1. Μειώνεται η αξία, το κύρος ή η σημασία ενός προσώπου, αντικειμένου, θέσης ή κατάστασης σε σχέση με προηγούμενο επίπεδο.
2. Υφίσταται μείωση της ποιότητας, της λειτουργικότητας ή των παροχών ενός χώρου, υπηρεσίας ή περιβάλλοντος.
Συνώνυμα
υποβιβάζομαι υποτιμάμαι μειώνομαι ελαττώνομαι απαξιώνομαι απομειώνομαι πέφτω αποδυναμώνομαι παρακμάζω περιθωριοποιούμαι εκφυλίζομαι εξευτελίζομαι ταπεινώνομαι υπονομεύομαι παρακμάζομαι εξασθενούμαι φθείρομαι φτωχαίνω κατρακυλάω παραμελούμαι
Αντώνυμα
αναβαθμίζομαι προάγομαι εκτιμούμαι τιμάμαι εξελίσσομαι ανεβαίνω ανυψώνομαι βελτιώνομαι αυξάνομαι αναδεικνύομαι αποκαθίσταμαι επιβραβεύομαι διαφημίζομαι εξυψώνομαι αναπτύσσομαι αναβαίνω
Παραδείγματα χρήσης
- Στη δουλειά νιώθω ότι με αγνοούν και υποβαθμίζομαι συχνά.
- Με τις τελευταίες αναδιαρθρώσεις, το τμήμα μας υποβαθμίζεται και χάνει αρμοδιότητες.
- Λόγω της ρύπανσης και της παράνομης δόμησης, η παραλία της περιοχής υποβαθμίζεται.
- Με τις περικοπές στο προσωπικό, οι δημόσιες υπηρεσίες σταδιακά υποβαθμίζονται.
- Όταν αγνοούν την έρευνά μου στα συνέδρια, υποβαθμίζομαι ως ερευνητής.