ανηφορίζω
ρήμα1. Κινούμαι προς ψηλότερο σημείο πάνω σε πλαγιά, δρόμο ή μονοπάτι, διανύοντας ανηφορική διαδρομή.
2. Μεταφορικά, προχωρώ ή ανεβαίνω προς ανώτερο επίπεδο, θέση ή βαθμό, υποδηλώνοντας άνοδο, αύξηση ή εξέλιξη σε ένταση ή δυσκολία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί ανηφορίζω τον λόφο για να πάω στη δουλειά.
- Το αυτοκίνητο ανηφορίζει δύσκολα στον στενό δρόμο.
- Οι πεζοπόροι ανηφόριζαν προς το χωριό πριν νυχτώσει.
- Αφού πέρασε το ποτάμι, ο δρόμος ανηφορίζει απότομα.
- Στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής, ανηφορίζουμε σιωπηλοί.