αναβαθμίζομαι
ρήμα1. Υποβάλλομαι σε διαδικασία που αυξάνει το επίπεδο ποιότητας, λειτουργικότητας ή κατηγορίας ενός συστήματος, προϊόντος ή υπηρεσίας.
2. Βελτιώνομαι ή προάγομαι σε υψηλότερο επαγγελματικό, κοινωνικό ή διοικητικό επίπεδο.
Συνώνυμα
προάγομαι βελτιώνομαι εκσυγχρονίζομαι ανακαινίζομαι εξελίσσομαι αναπτύσσομαι ενισχύομαι ανανεώνομαι ανεβαίνω ανυψώνομαι σκαρφαλώνω μετατρέπομαι
Αντώνυμα
υποβαθμίζομαι υποβιβάζομαι επιδεινώνομαι χειροτερεύω πέφτω αποδυναμώνομαι παρακμάζω υπολείπομαι κατρακυλάω κατεβαίνω παραμελούμαι
Παραδείγματα χρήσης
- Με την εμπειρία μου, αναβαθμίζομαι σε διευθυντική θέση.
- Αφού πληρώσω τη συνδρομή, αναβαθμίζομαι σε premium λογαριασμό.
- Κάθε φορά που βγαίνει νέα έκδοση, αναβαθμίζομαι αυτόματα.
- Παρακολουθώντας σεμινάρια και δουλεύοντας πάνω σε έργα, αναβαθμίζομαι επαγγελματικά.
- Με τα έργα ανάπλασης στη γειτονιά, αναβαθμίζομαι ως κάτοικος λόγω βελτίωσης της ποιότητας ζωής.