προσδιορισμός
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα καθορισμού των χαρακτηριστικών, των ορίων ή της ταυτότητας ενός αντικειμένου, μιας ποσότητας ή μιας έννοιας.
Συνώνυμα
καθορισμός ορισμός προδιαγραφή αποσαφήνιση διευκρίνιση συγκεκριμενοποίηση ταυτοποίηση οριοθέτηση αποτίμηση εντόπιση εντοπισμός ονομασία χαρακτηρισμός διάγνωση εκτίμηση μέτρηση καταγραφή εύρεση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο προσδιορισμός της συγκέντρωσης του δείγματος έγινε στο εργαστήριο.
- Ο προσδιορισμός των όρων του συμβολαίου απαιτεί νομική συμβουλή.
- Ο προσδιορισμός της ταυτότητας του θύματος βασίστηκε σε δείγματα DNA.
- Στη γραμματική, ο προσδιορισμός χρόνου δείχνει πότε εκτελέστηκε η ενέργεια.
- Ο προσδιορισμός της θέσης στον χάρτη έγινε με GPS.