μέτρηση
ουσιαστικό1. Διαδικασία προσδιορισμού του μεγέθους, της ποσότητας ή μιας ιδιότητας αντικειμένου ή φαινομένου μέσω μετρήσιμων μονάδων, εργαλείων ή μεθόδων.
2. Η αριθμητική τιμή ή ένδειξη που προκύπτει από αυτή τη διαδικασία.
Συνώνυμα
μέτρημα καταμέτρηση αρίθμηση ποσομέτρηση διαμέτρηση ποσοτικοποίηση αποτίμηση ένδειξη προσδιορισμός καθορισμός υπολογισμός καταγραφή ζύγιση ζύγισμα μέτρο λογισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μέτρηση του μήκους έγινε με ένα λεπτό χάρακα.
- Ο γιατρός έκανε γρήγορη μέτρηση της θερμοκρασίας.
- Για αξιόπιστη μέτρηση απαιτούνται επανειλημμένες δοκιμές.
- Στην τελευταία μέτρηση της κοινής γνώμης το κόμμα αύξησε τα ποσοστά του.
- Η μέτρηση του χρόνου κατά τη διάρκεια του αγώνα ήταν κρίσιμη για το αποτέλεσμα.
- Η σωστή μέτρηση των υλικών είναι απαραίτητη στη συνταγή.