χρέωση

ουσιαστικό

1. Οικονομική επιβάρυνση σε χρήμα που επιβάλλεται ή καταλογίζεται σε άτομο, επιχείρηση ή λογαριασμό και αποτυπώνεται ως οφειλή.

2. Εγγραφή ή καταχώριση σε λογιστικό λογαριασμό που δείχνει αύξηση υποχρέωσης ή μείωση του διαθέσιμου υπόλοιπου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η χρέωση της πιστωτικής κάρτας ανήλθε σε 50€.
  • Η χρέωση στον τραπεζικό λογαριασμό εμφανίστηκε χθες το βράδυ.
  • Η εταιρεία επέβαλε χρέωση για την καθυστέρηση της παράδοσης.
  • Δεν υπάρχει χρέωση για τις κλήσεις προς σταθερά δίκτυα.
  • Η χρέωση της ευθύνης στον νέο διευθυντή έγινε με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου.