δαπάνη
ουσιαστικό1. Ποσό χρημάτων ή άλλων πόρων που διατίθεται ή ξοδεύεται για την κάλυψη αναγκών, υπηρεσιών, αγαθών ή εργασιών.
2. Η πράξη ή η διαδικασία διάθεσης πόρων στο πλαίσιο ενός προϋπολογισμού, έργου ή δραστηριότητας, καθώς και το αντίστοιχο οικονομικό βάρος.
Συνώνυμα
έξοδο έξοδα κόστος εξόδευση πληρωμή καταβολή εκταμίευση χρέωση επιβάρυνση κατανάλωση εισφορά αποζημίωση χαράτσι κόπος τίμημα τιμή σπατάλη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δαπάνη για τα τρόφιμα αυξήθηκε αυτόν τον μήνα.
- Η δαπάνη βαρύνει τον ανάδοχο σύμφωνα με τη σύμβαση.
- Η ανακαίνιση έγινε με δαπάνη του υπουργείου.
- Η δαπάνη για φάρμακα καλύπτεται από το ασφαλιστικό ταμείο.
- Η εταιρεία κατέγραψε μια έκτακτη δαπάνη στο τρίτο τρίμηνο.