ενοίκιο
ουσιαστικό1. Χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε τακτά χρονικά διαστήματα από τον μισθωτή στον εκμισθωτή για τη χρήση ή κατοχή ακινήτου, κατοικίας, επαγγελματικού χώρου ή άλλου είδους πράγματος βάσει μίσθωσης ή συμφωνίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρέπει να πληρώσω το ενοίκιο μέχρι την πρώτη του μήνα.
- Το ενοίκιο αυτού του διαμερίσματος είναι υψηλό.
- Ο ιδιοκτήτης αύξησε το ενοίκιο κατά πέντε τοις εκατό.
- Το ενοίκιο του καταστήματος συμπεριλαμβάνει και τα κοινόχρηστα.
- Τα ενοίκια στην πόλη ανέβηκαν τους τελευταίους μήνες.