χαρωπός

επίθετο

Που εκδηλώνει ή προκαλεί αισθήματα ευθυμίας, ζωηρότητας και αισιοδοξίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η χαρωπή κοπέλα χόρευε χωρίς να νοιάζεται για τίποτα.
  • Οι χαρωποί φίλοι συναντήθηκαν στο καφενείο και μίλησαν για ώρες.
  • Το πάρτι είχε χαρωπή ατμόσφαιρα και όλοι τραγουδούσαν.
  • Τα παιδιά τραγουδούσαν χαρωπά τραγούδια στην αυλή.
  • Ο χαρωπός γέρος καλωσόρισε τους επισκέπτες με ένα ζεστό χαμόγελο.