χαλάω
ρήμα1. Προκαλώ ή υφίσταται βλάβη σε αντικείμενο, μηχανισμό ή κατασκευή, με αποτέλεσμα την απώλεια της λειτουργικότητας ή της ακεραιότητάς του.
Συνώνυμα
σπάζω σαπίζω ξοδεύω εκνευρίζω ξεσφίγγω φθείρω βλάπτω καταστρέφω διαλύω ακυρώνω ματαιώνω ανατρέπω σπαταλώ αλλοιώνω ρημάζω λύνω διαβρώνω πειράζω απογοητεύω ζημιώνω καταστρέφομαι αχρηστεύω διαταράσσω ξενερώνω χειροτερεύω διαφθείρω θυμώνω σακατεύω τσακίζω γκρεμίζω αποδιοργανώνω επιδεινώνω μολύνω ξεφουσκώνω
Αντώνυμα
φτιάχνω επισκευάζω επιδιορθώνω συντηρώ διατηρώ σώζω εξοικονομώ αποταμιεύω σφίγγω χαίρομαι ηρεμώ λειτουργώ διορθώνω αποκαθιστώ παρασκευάζω πλάθω σμιλεύω αναβαθμίζω προστατεύω επαναφέρω κανονίζω τακτοποιώ διατάζω διαφυλάσσω συμμαζεύω δουλεύω ανακαινίζω βελτιώνω ισιώνω επιβεβαιώνω οργανώνω σταθεροποιώ στρώνω διακανονίζω εμψυχώνω σταθεροποιούμαι συντονίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Το γάλα χαλάει αν δεν το βάλεις στο ψυγείο.
- Έπεσε από το τραπέζι και χάλασε το κινητό.
- Η αργοπορία του λεωφορείου μου χάλασε τη διάθεση.
- Έχω χαλάσει πολλά χρήματα σε επισκευές αυτόν τον μήνα.
- Μπορείς να μου χαλάσεις ένα χαρτονόμισμα των 50 ευρώ;