φτωχός
επίθετο1. Που έχει περιορισμένους οικονομικούς πόρους ή εισόδημα και δεν μπορεί να καλύψει άνετα τις βασικές ανάγκες διαβίωσης.
2. Που στερείται επάρκειας σε κάποιο χαρακτηριστικό, ουσία ή πόρο, όπως σε γνώσεις, θρεπτικά συστατικά ή μέσα.
Συνώνυμα
άπορος πτώχος πένης φτωχούλης φτωχίσκος μπατίρης εξαθλιωμένος πτωχός πενιχρός κουρελής κακομοίρης παρακατιανός ζητιάνος ξεπεσμένος κακός λίγος χαμηλός απογοητευτικός μέτριος περιορισμένος στερημένος ταπεινός αναξιοπαθής αβοήθητος άστεγος ανεπαρκής ελεεινός κατώτερος μίζερος άχρωμος ασθενέστερος ελλειμματικός μονοδιάστατος ολίγος ταλαίπωρος
Αντώνυμα
πλούσιος εύπορος ευκατάστατος καλόβαλτος άφθονος ευδαίμων εξαιρετικός αρχοντικός πληθωρικός πολυτελής πλουσιοπάροχος αρκετός τρομερός εντυπωσιακός εκπληκτικός πρίγκηπας άριστος εξαίρετος επιβλητικός μεγαλοπρεπής σούπερ στολισμένος τέλεια τέλειος εξασφαλισμένος μεγαλειώδης ποιοτικός προνομιούχος πλουμισμένος υπέροχος φράγκο κόμης εκθαμβωτικός φορτωμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φτωχός άντρας ευχαρίστησε όσους του έδωσαν φαγητό.
- Η φτωχή γυναίκα δεν είχε χρήματα για τα φάρμακα.
- Η παρουσίασή του ήταν φτωχή σε περιεχόμενο.
- Το έδαφος του κήπου είναι φτωχό σε θρεπτικά στοιχεία.
- Το μενού του εστιατορίου ήταν φτωχό σε επιλογές.
- Το κείμενο είναι φτωχό σε λεξιλόγιο.