ταραγμένος
επίθετο1. Που βρίσκεται σε κατάσταση έντονης εσωτερικής αναστάτωσης ή δυσκολίας συγκέντρωσης λόγω απροσδόκητων ή έντονων συναισθημάτων.
2. Που εκδηλώνει νευρική, ακανόνιστη ή αναταραχώδη συμπεριφορά, φωνή ή κίνηση.
Συνώνυμα
αναστατωμένος συνταραγμένος θορυβημένος νευρικός διαταραγμένος ανήσυχος αγχωμένος συγκλονισμένος πανικοβλημένος εκνευρισμένος αμήχανος έκπληκτος αγωνιώδης ταραχώδης αγχώδης προβληματισμένος στρεσαρισμένος σαστισμένος μπερδεμένος ζορισμένος ανακατωμένος αποσβολωμένος συγκινημένος αγανακτισμένος ανασφαλής ζαλισμένος φοβισμένος οργισμένος πανικόβλητος τρομαγμένος σοκαρισμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος ήταν ταραγμένος μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.
- Η Μαρία φαινόταν ταραγμένη και δεν μπορούσε να μιλήσει.
- Η ταραγμένη θάλασσα έκανε το ταξίδι δύσκολο.
- Οι πολίτες ήταν ταραγμένοι μετά τις νέες φορολογικές ανακοινώσεις.
- Το σπίτι ήταν ταραγμένο από την καταστροφή.