συμβιβασμός
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών, όπου κάθε μέρος κάνει παραχωρήσεις για την επίτευξη κοινά αποδεκτής λύσης.
2. Η πράξη της υποχώρησης από αρχικές απαιτήσεις ή θέσεις με σκοπό τη διευθέτηση διαφωνίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συμβιβασμός ανάμεσα στα δύο κόμματα επέτρεψε την ψήφιση του νόμου.
- Έκανε έναν δύσκολο συμβιβασμό για χάρη της οικογένειάς του.
- Η εταιρεία ανακοίνωσε ότι υπήρξε συμβιβασμός των προσωπικών δεδομένων μετά την κυβερνοεπίθεση.
- Ο δικαστικός συμβιβασμός έλυσε την υπόθεση χωρίς να φτάσει σε δίκη.
- Ο συμβιβασμός ανάμεσα στην ποιότητα και το κόστος έγινε εμφανής στο τελικό προϊόν.