σοφός
επίθετο1. Που διαθέτει βαθιά γνώση, εμπειρία και κρίση σε θεωρητικά ή πρακτικά ζητήματα, αποτέλεσμα μελέτης, περισυλλογής ή βιωμάτων.
Συνώνυμα
σοφότατος σώφρων φρόνιμος μυαλωμένος φωτισμένος φιλόσοφος φιλοσοφημένος συνετός γκουρού σύμβουλος σοφιστής διαβασμένος έμπειρος γνώστης δάσκαλος μάγος στοχαστικός ειδικός ξύπνιος έξυπνος ευφυής πνευματικός επιστήμονας νοήμων οξυδερκής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σοφός δάσκαλος καθοδηγεί τους μαθητές με υπομονή.
- Η απόφασή της να φύγει νωρίς ήταν σοφή.
- Πήραν ένα σοφό μάθημα για τη συνεργασία.
- Οι γέροντες της κοινότητας θεωρούνται σοφοί από πολλούς.
- Καλύτερα ένας σοφός εχθρός παρά ένας ανόητος φίλος.