βόδι
ουσιαστικό1. Οικόσιτο βοοειδές, συνήθως ενήλικο και συχνά ευνουχισμένο αρσενικό, που χρησιμοποιείται κυρίως για τράβηγμα και άλλες γεωργικές εργασίες.
2. Ενήλικο ζώο της αγέλης που εκτρέφεται για παραγωγή κρέατος, γάλακτος ή για εργασίες στο χωράφι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βόδι έσυρε το άροτρο στο χωράφι.
- Τα βόδια έβοσκαν ήρεμα στο λιβάδι.
- Μην είσαι βόδι, πρόσεξε πριν αποφασίσεις.
- Δούλεψε σαν βόδι όλο το καλοκαίρι για το έργο.
- Έκοψαν το βόδι για το πανηγύρι.