δάσκαλος
ουσιαστικό1. Άτομο που διδάσκει γνώσεις, δεξιότητες ή αξίες σε μαθητές σε σχολικό ή άλλο εκπαιδευτικό πλαίσιο.
Συνώνυμα
διδάσκαλος παιδαγωγός εκπαιδευτικός δασκάλα καθηγητής εκπαιδευτής μέντορας επιμορφωτής καθοδηγητής διδάσκων προπονητής γκουρού μάστορας γραμματιστής γραμματικός οικοδιδάσκαλος δασκαλάκος θεολόγος γυμναστής σοφός μαέστρος αυθεντία
Αντώνυμα
μαθητής μαθήτρια ασκούμενος σπουδαστής μαθητευόμενος μαθητευόμενη εκπαιδευόμενος εκπαιδευόμενη διδασκόμενος αμύητος αρχάριος νεοεισερχόμενος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δάσκαλος εξήγησε το μάθημα με υπομονή.
- Η μαθήτρια ρώτησε τον δάσκαλο για την άσκηση.
- Ο ζωγράφος θεωρείται δάσκαλος της σύγχρονης τέχνης.
- Στους αγώνες συμμετείχαν πολλοί δάσκαλοι πολεμικών τεχνών.
- Δάσκαλε, βοήθησέ με να καταλάβω το πρόβλημα.