σαφής
επίθετο1. Που επιτρέπει ακριβή και άμεση κατανόηση ή ερμηνεία, χωρίς ασάφειες ή πολλαπλές ερμηνείες.
2. Που έχει καλά καθορισμένα και διακριτά όρια, χαρακτηριστικά ή λεπτομέρειες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ασαφής αόριστος συγκεχυμένος αδιευκρίνιστος ακαθόριστος μυστικός μπερδεμένος μυστηριώδης άδηλος αδιαφανής αινιγματικός απροσδιόριστος δυσνόητος αδιόρατος ακατανόητος αμφίσημος ασάφης δαιδαλώδης θολωμένος κρυπτικός ομιχλώδης θολός σκοτεινός αβέβαιος αμφίβολος περίπλοκος άγνωστος πολύπλοκος ανεπαίσθητος απορημένος ζαλισμένος σκιώδης αμυδρός αποπροσανατολισμένος ασυνάρτητος παραπλανητικός άγνωστη μυστήριος ύποπτος αμφισβητήσιμος αμφιλεγόμενος
Παραδείγματα χρήσης
- Η σαφής οδηγία βοήθησε την ομάδα να ολοκληρώσει το έργο.
- Η εξήγηση του καθηγητή ήταν σαφής και κατανοητή.
- Ο σαφής λόγος του προέδρου καθησύχασε τους πολίτες.
- Η διαφορά μεταξύ των δύο δειγμάτων είναι σαφής.
- Η απόδειξη στο άρθρο ήταν σαφής και πειστική.