προσφέρω
ρήμα1. Κάνω διαθέσιμο σε κάποιον ένα αντικείμενο, βοήθεια ή υπηρεσία, συχνά χωρίς υποχρέωση αντάλλαγματος.
2. Τοποθετώ ή παρουσιάζω κάτι προς αποδοχή, επιλογή ή αξιολόγηση, προτείνοντας να γίνει αποδεκτό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θέλω να προσφέρω βοήθεια σε όσους έχουν ανάγκη.
- Στο φιλανθρωπικό παζάρι θα προσφέρω χειροποίητα κοσμήματα.
- Ως δάσκαλος, μπορώ να προσφέρω επιπλέον μαθήματα δωρεάν.
- Η νέα τεχνολογία μου δίνει τη δυνατότητα να προσφέρω πιο αξιόπιστες λύσεις.
- Σε αυτή τη συζήτηση θέλω να προσφέρω τη γνώμη μου.