μπλόκο

ουσιαστικό

1. Εμπόδιο από υλικά αντικείμενα ή ανθρώπινες δυνάμεις που τοποθετείται σε δρόμο, πέρασμα ή είσοδο για να εμποδίζει ή να ρυθμίζει την πρόσβαση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αστυνομία έστησε μπλόκο στην έξοδο της πόλης.
  • Οι αγρότες έκαναν μπλόκο στην εθνική οδό διεκδικώντας επιδοτήσεις.
  • Η τράπεζα έβαλε μπλόκο στις συναλλαγές του λογαριασμού λόγω ύποπτων κινήσεων.
  • Ο χρήστης έφαγε μπλόκο από την πλατφόρμα και δεν μπορεί να στείλει μηνύματα.
  • Ο τερματοφύλακας έκανε μπλόκο στην κεφαλιά του αντιπάλου και απέκρουσε.