μπλόκο
ουσιαστικό1. Εμπόδιο από υλικά αντικείμενα ή ανθρώπινες δυνάμεις που τοποθετείται σε δρόμο, πέρασμα ή είσοδο για να εμποδίζει ή να ρυθμίζει την πρόσβαση.
Συνώνυμα
αποκλεισμός εμπάργκο φραγή μπλοκ πικέτα φραγμός φράγμα εμπόδιο εμπόδιση κλοιός μπάρα κλείσιμο απαγόρευση ανακοπή εμπλοκή κλείδωμα παρεμπόδιση αναστολή αδιέξοδο κόψιμο αναχαίτιση απαγορευτικό απόφραξη παρακώλυση πρόσκομμα συμφόρηση περίφραξη σφράγισμα έλεγχος απόρριψη ματαίωση φυλάκιο καθυστέρηση φράχτης άρνηση απεργία πατάτα ανάσχεση εναντίωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αστυνομία έστησε μπλόκο στην έξοδο της πόλης.
- Οι αγρότες έκαναν μπλόκο στην εθνική οδό διεκδικώντας επιδοτήσεις.
- Η τράπεζα έβαλε μπλόκο στις συναλλαγές του λογαριασμού λόγω ύποπτων κινήσεων.
- Ο χρήστης έφαγε μπλόκο από την πλατφόρμα και δεν μπορεί να στείλει μηνύματα.
- Ο τερματοφύλακας έκανε μπλόκο στην κεφαλιά του αντιπάλου και απέκρουσε.