λάθος
ουσιαστικό1. Σφάλμα ή παράλειψη σε σκέψη, δράση ή διαδικασία που οδηγεί σε απόκλιση από την ορθή, επιθυμητή ή αναμενόμενη κατάσταση.
2. Μη σωστή ή ανακριβής κατάσταση, αποτέλεσμα ή πληροφορία που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή στους κανόνες.
Συνώνυμα
σφάλμα πλάνη στραβά εσφαλμένα κακώς λανθασμένα ψευδής ανακριβώς εσφαλμένος λανθασμένος ανακριβής ανακρίβεια άστοχος αστοχία αβλεψία παραδρομή γκάφα πατάτα αμαρτία φταίξιμο άδικα εσφαλμένως παραστράτημα πταίσμα ατόπημα ανάποδο ατύχημα αμέλεια απροσεξία παράβαση παράβλεψη παράπτωμα φιάσκο κοτσάνα παρατυπία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανες ένα λάθος, αλλά μπορείς να το διορθώσεις.
- Η απάντηση στο τεστ είναι λάθος.
- Διάβασα λάθος τη διεύθυνση και πήγα στον άλλον δρόμο.
- Ήταν δικό του λάθος, όχι δικό μου.
- Μην κάνεις λάθος αυτή τη φορά.
- Πήρε λάθος φάκελο.