κατάλληλα

επίρρημα

1. Με τρόπο που ανταποκρίνεται στις ανάγκες ή στις προδιαγραφές μιας συγκεκριμένης χρήσης, περίστασης ή συνθήκης, ώστε να είναι χρήσιμο ή αποτελεσματικό.

2. Σε επίπεδο ή βαθμό που καθιστά κάτι ικανό για την προορισμένη λειτουργία ή σκοπό.

Συνώνυμα

ενδεδειγμένα ενδεδειγμένως πρέποντα ορθώς σωστά αρμόζοντα άρτια προσηκόντως αρμόστως ορθά καλώς κανονικά καλά ανάλογα

Αντώνυμα

ακατάλληλα λάθος απρόσφορα ανάρμοστα λανθασμένα απρεπώς αταίριαστα κακώς

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα μέτρα ήταν κατάλληλα για την αντιμετώπιση της κρίσης.
  • Οι οδηγίες πρέπει να ακολουθούνται κατάλληλα.
  • Το εργαστήριο είναι κατάλληλα εξοπλισμένο για πειράματα.
  • Οι ασθενείς φροντίστηκαν κατάλληλα μετά την επέμβαση.
  • Η στολή δεν ήταν κατάλληλα σχεδιασμένη για το συγκεκριμένο επάγγελμα.