τυπικός
επίθετο1. Που αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας κατηγορίας ή ενός προτύπου, εμφανίζοντας τα βασικά γνωρίσματα που το χαρακτηρίζουν.
2. Που συμμορφώνεται προς καθιερωμένους κανόνες, διαδικασίες ή μορφές και παρουσιάζει τυπική δομή ή συμπεριφορά.
Συνώνυμα
συνήθης συνηθισμένος αντιπροσωπευτικός συμβατικός στερεότυπος συνηθής χαρακτηριστικός κλασικός κανονικός πρότυπος δειγματικός τυποποιημένος επίσημος φυσιολογικός συνεπής τυπικιστικός τυπολατρικός τελετουργικός παραδοσιακός υποδειγματικός αναμενόμενος πατροπαράδοτος γενικός απρόσωπος κοινοτυπικός μέσος κοινότοπος
Αντώνυμα
άτυπος ασυνήθης ανεπίσημος αντισυμβατικός ανορθόδοξος πρωτότυπος ιδιόρρυθμος ιδιαίτερος ιδιότυπος παράταιρος παράτυπος εκκεντρικός περίεργος ασυνήθιστος ξεχωριστός παράξενος εναλλακτικός ανεπανάληπτος ιδιόμορφος ουσιαστικός αυτοσχέδιος απροσδόκητος απρόβλεπτος παράδοξος λάθος διαφορετικός απρόσμενος εξατομικευμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Αυτός είναι ο τυπικός τρόπος να υποβάλλεις αίτηση για το πρόγραμμα.
- Η πρόσκληση ήταν πολύ τυπική και δεν ανέφερε προσωπικές λεπτομέρειες.
- Το δείγμα παρουσίασε τα τυπικά συμπτώματα της λοίμωξης.
- Σε πολλές εταιρείες, μια τυπική συνάντηση διαρκεί περίπου μία ώρα.
- Ο μαθητής είναι τυπικός στις υποχρεώσεις του: πάντα έγκαιρος και προετοιμασμένος.