καθαρά
επίρρημα1. Με τρόπο χωρίς ρύπους, βρωμιά ή κηλίδες, σε κατάσταση καθαρότητας.
2. Με σαφήνεια και διαφάνεια, χωρίς ασάφεια ή αμφιβολία.
3. Σε βαθμό που αφορά μόνο ένα στοιχείο ή σκοπό, χωρίς ανάμειξη άλλων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ασαφώς θολά βρώμικα ακάθαρτα μερικώς οριακά αμυδρά ανεπαίσθητα συγκεχυμένα αόριστα μερικά μπερδεμένα απροσδιόριστα τυφλά λάθος
Παραδείγματα χρήσης
- Μιλάει καθαρά, οπότε όλοι καταλαβαίνουν τι εννοεί.
- Ήταν καθαρά θέμα τύχης, όχι σχεδιασμός.
- Τα καθαρά κέρδη της εταιρείας αυξήθηκαν φέτος.
- Έπλυνα τα πιάτα μέχρι να γίνουν καθαρά.
- Στην φωτογραφία φαίνεται καθαρά το πρόσωπό του.