αμαρτία
ουσιαστικό1. Πράξη ή παράλειψη που θεωρείται αντίθετη στους ηθικούς ή θρησκευτικούς κανόνες και προκαλεί αίσθημα ενοχής ή την ανάγκη εξιλέωσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αμαρτία χωρίζει τον άνθρωπο από τον Θεό.
- Ο νεαρός παραδέχτηκε την αμαρτία του και ζήτησε συγχώρεση.
- Είναι αμαρτία να πετάμε φαγητό ενώ υπάρχουν άνθρωποι που πεινούν.
- Είναι αμαρτία να αφήνεις αυτό το ταλέντο ανεκμετάλλευτο.
- Τι αμαρτία που τελείωσε τόσο γρήγορα το καλοκαίρι!