καταβολή
ουσιαστικό1. Πράξη ή αποτέλεσμα της απόδοσης χρηματικού ποσού προς εξόφληση υποχρέωσης ή ως πληρωμή υπηρεσίας ή προϊόντος.
2. Ποσό χρημάτων που αποδίδεται ή κατατίθεται ως πληρωμή, προκαταβολή ή κατάθεση σε λογαριασμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η καταβολή του μισθού έγινε χθες.
- Για την κράτηση απαιτείται καταβολή ενός μέρους του ποσού.
- Οι καταβολές αυτού του εθίμου ανάγονται στον 19ο αιώνα.
- Η καταβολή πολλών προσπαθειών απέδωσε καρπούς.
- Η καταβολή της αποζημίωσης θα γίνει εντός τριάντα ημερών.