κατήφεια

ουσιαστικό

1. Ψυχική κατάσταση ή διάθεση που χαρακτηρίζεται από βαρύ, σκυθρωπό ύφος, μειωμένη ενέργεια και τάση για σιωπή ή αποστασιοποίηση.

2. Εξωτερική εμφάνιση ή έκφραση του προσώπου που δείχνει σοβαρότητα, έλλειψη ζωντάνιας και απουσία χαμόγελου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κατήφεια της μετά την απόλυση ήταν εμφανής.
  • Η κατήφεια ζωγραφιζόταν στο πρόσωπό του.
  • Η κατήφεια στην αίθουσα ήταν παγερή μετά τα νέα.
  • Περπατούσε με κατήφεια, αποφεύγοντας τους περαστικούς.
  • Η κατήφεια του χειμώνα βάραινε τις καρδιές των ανθρώπων.