επιστρέφω
ρήμα1. Επανέρχομαι σε προηγούμενο τόπο ή θέση, μετακινούμαι πίσω στο σημείο από όπου προήλθα.
2. Επαναφέρω σε κάτοχο ή αποστολέα αντικείμενο, χρήματα ή έγγραφο δίνοντάς τα πίσω ή αποκαθιστώντας την κυριότητα.
Συνώνυμα
γυρίζω γυρνάω γυρνώ επανέρχομαι ξανακαλώ ξαναέρχομαι ξαναγυρίζω επανακάμπτω επαναφέρω επαναφέρομαι αποδίδω παραδίδω αναπέμπω επιστρέφομαι φέρνω ξαναγίνομαι ξεπληρώνω ανταποδίδω υποστρέφω απαντώ επανορθώνω αποζημιώνω επιδίδω
Αντώνυμα
φεύγω αναχωρώ αποχωρώ κρατώ κρατάω παρακρατώ κλέβω ξαναπαίρνω επιτάσσω τσιμπάω κατακρατώ οικειοποιούμαι απομακρύνομαι κατέχω παίρνω απομακρύνω πηγαίνω προχωράω προχωρώ λαμβάνω πάω διαβαίνω εισπράττω καταλείπω οδεύω παραλαμβάνω στερώ διασχίζω αρπάζω αγνοώ αποσπώ αποστέλλω αγοράζω δέχομαι κατευθύνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Αύριο επιστρέφω στην πόλη μετά τις διακοπές.
- Πρέπει να επιστρέψω αυτό το πουλόβερ, δεν μου κάνει.
- Το κατάστημα υποσχέθηκε ότι θα μου επιστρέψει τα χρήματα.
- Μετά την αναβάθμιση, ο υπολογιστής επιστρέφει στις προεπιλεγμένες ρυθμίσεις.
- Τα συμπτώματα επιστρέφουν κάθε φορά που σταματάω τη θεραπεία.