εξουδετερώνω

ρήμα

1. Κάνω κάτι να παύσει να λειτουργεί ή να αποδίδει, ώστε να μην προκαλεί βλάβη, επίδραση ή αποτέλεσμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Με τη βάση εξουδετερώνω το οξύ στο εργαστήριο.
  • Με το αντίδοτο εξουδετερώνω το δηλητήριο όταν υπάρχει δηλητηρίαση.
  • Στη στρατιωτική επιχείρηση εξουδετερώνω τις εκρηκτικές συσκευές πριν προχωρήσει η ομάδα.
  • Με τα στοιχεία που παρουσίασα εξουδετερώνω τις αντιρρήσεις τους στη συζήτηση.
  • Στο παιχνίδι εξουδετερώνω τον πιο επικίνδυνο παίκτη της αντίπαλης ομάδας.
  • Με το αποσμητικό εξουδετερώνω τις δυσάρεστες οσμές στο χώρο.