ελέγχω
ρήμα1. Διερευνώ ή εξετάζω προσεκτικά κάτι για να διαπιστώσω εάν είναι σωστό, ακριβές, πλήρες ή σύμφωνα με κανόνες και προδιαγραφές.
Συνώνυμα
ελεγχάζω επιθεωρώ εξετάζω επαληθεύω επιβεβαιώνω διασταυρώνω επιβλέπω επιτηρώ εποπτεύω τσεκάρω διαπιστώνω ερευνώ σκανάρω χειρίζομαι διαχειρίζομαι διευθύνω κυβερνώ κατευθύνω κουμαντάρω παρακολουθώ επιπλήττω κατηγορώ κατακρίνω επισκοπώ βεβαιώνομαι δοκιμάζω σιγουρεύω σιγουρεύομαι κατέχω επικρίνω καταλαμβάνω περιεργάζομαι συγκρατώ χειραγωγώ κυριεύω χειρίζω επιλαμβάνομαι ανιχνεύω ψάχνω συγκρίνω κοιτάω επισκέπτομαι αξιολογώ σαρώνω διερευνώ κριτικάρω ξεψαχνίζω ρυθμίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πριν ξεκινήσω, ελέγχω το αυτοκίνητο για να είμαι ασφαλής.
- Κάθε πρωί ελέγχω τα μηνύματα και τις ειδοποιήσεις.
- Στη δουλειά μου ελέγχω την ποιότητα των προϊόντων στη γραμμή παραγωγής.
- Με το τηλεχειριστήριο ελέγχω την τηλεόραση από τον καναπέ.
- Πριν υποβάλω τη δήλωση, ελέγχω όλα τα στοιχεία για τυχόν λάθη.