επιπλήττω
ρήμα1. Απευθύνω σε κάποιον επικριτικά, έντονα λόγια για λάθος ή ανάρμοστη συμπεριφορά, με σκοπό τη διόρθωση ή την καταδίκη της πράξης.
Συνώνυμα
μαλώνω επιτιμώ κατσάδιαζω μομφώνω επικρίνω ψέγω ελέγχω καυτηριάζω σωφρονίζω προειδοποιώ χώνω κατακρίνω φωνάζω τιμωρώ αποδοκιμάζω ταπεινώνω κατακεραυνώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μητέρα επιπλήττει το παιδί γιατί ζωγράφισε στον τοίχο.
- Ο διευθυντής επιπλήττει τον υπάλληλο για την καθυστέρηση στην παράδοση της έκθεσης.
- Ο καθηγητής επιπλήττει τους μαθητές που διακόπτουν το μάθημα.
- Ο επίσκοπος επιπλήττει δημόσια τον ιερέα για την ακατάλληλη συμπεριφορά του.
- Προσπαθώ να μην επιπλήττω τους φίλους μου για προσωπικά τους λάθη.
- Μην επιπλήττεις κάποιον μπροστά σε άλλους· μπορεί να τον υποτιμήσεις.