διαφεύγω
ρήμα1. Φεύγω ή απομακρύνομαι από έναν χώρο ή από πρόσωπα που με καταδιώκουν ή με περιορίζουν, με αποτέλεσμα να μην συλλαμβάνομαι ή να μην περιορίζομαι.
2. Μη γίνομαι αντιληπτός· παραμένω εκτός προσοχής ή εντοπισμού, έτσι ώστε κάτι να μένει απαρατήρητο.
Συνώνυμα
ξεφεύγω λανθάνω διαλάθω υπεκφεύγω ξεχνώ ξεγλιστράω δραπετεύω γλυτώνω εξαφανίζομαι αποδρώ ξεγλιστρώ εκφεύγω φεύγω στρίβω γλιτώνω λησμονώ παρακάμπτω ελευθερώνομαι διαρρέω σκαπουλάρω σώζομαι αποφεύγω παραλείπομαι ξεχνάω απομακρύνομαι αθετώ αφανίζομαι παραμελώ απεμπλέκομαι διαχέω εξατμίζομαι επιζώ
Αντώνυμα
συλλαμβάνομαι πιάνομαι θυμάμαι τιμωρούμαι εντοπίζομαι αντιλαμβάνομαι εγκλωβίζομαι παγιδεύομαι προσελκύω τραβάω παραμένω μένω αποκαλύπτομαι προσέχω φαίνομαι περνώ συναντώ παθαίνω καταλήγω εντοπίζω ξαναέρχομαι υφίσταμαι δοκιμάζομαι υποβάλλομαι βιώνω εμφανίζομαι συναντιέμαι συγκεντρώνομαι κατανοώ εμπλέκομαι παρουσιάζομαι φανερώνομαι διαφαίνομαι μπλέκομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ύποπτος διαφεύγει από την αστυνομία.
- Μου διαφεύγει το όνομά του.
- Πολλές λεπτομέρειες μου διαφεύγουν.
- Μη σας διαφεύγει ότι η προθεσμία λήγει αύριο.
- Ο κατηγορούμενος δεν διαφεύγει της ευθύνης.