διαταραχή

ουσιαστικό

1. Κατάσταση που παρεμβαίνει στην ομαλή λειτουργία, τάξη ή ισορροπία ενός συστήματος, οργανισμού ή περιβάλλοντος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διαταραχή του ύπνου επηρεάζει την απόδοση στη δουλειά.
  • Μια μικρή διαταραχή στην κυκλοφορία προκλήθηκε από το ατύχημα.
  • Η διαταραχή του σήματος έκανε τη σύνδεση αδύνατη.
  • Μια σοβαρή διαταραχή της διάθεσης απαιτεί ιατρική παρακολούθηση.
  • Οι αρχές διέταξαν επέμβαση για να περιορίσουν τη διαταραχή της τάξης.