διακριτικός

επίθετο

1. Που συμπεριφέρεται με ευαισθησία και σεβασμό, αποφεύγοντας την επίδειξη ή την προσβολή των άλλων.

2. Που είναι λιτός ή ανεπαίσθητος στην εμφάνιση, στην έκφραση ή στον τρόπο, χωρίς να προκαλεί εντύπωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης είναι πολύ διακριτικός όταν κάποιος μιλά για προσωπικά του θέματα.
  • Η Μαρία ήταν εξαιρετικά διακριτική στην κριτική της, για να μην προσβάλλει κανέναν.
  • Επέλεξε ένα διακριτικό χρυσό κόσμημα που δεν τραβάει την προσοχή.
  • Το λογότυπο έχει ένα διακριτικό σχήμα που το κάνει εύκολα αναγνωρίσιμο.
  • Προτιμώ τα διακριτικά χρώματα στη διακόσμηση του σπιτιού.