ανώνυμος
επίθετο1. Που δεν φέρει ή δεν αναφέρει όνομα, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η αναγνώριση του προσώπου, του δημιουργού ή της πηγής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
επώνυμος υπογεγραμμένος ταυτοποιημένος ονομασμένος αναγνωρισμένος ένδοξος διακεκριμένος επιφανής σταρ διάσημος διακριτικό διαπρεπής διασημότητα περίφημος προεξέχων φημισμένος γνωστός αστέρι φανερός διακριτικός χαρακτηριστικός
Παραδείγματα χρήσης
- Έλαβα ένα ανώνυμο γράμμα χθες.
- Η ανώνυμη δωρεά βοήθησε το νοσοκομείο.
- Η ανώνυμη εταιρεία δημοσίευσε την ετήσια έκθεση.
- Η καταγγελία υποβλήθηκε από ανώνυμους μάρτυρες.
- Τα ανώνυμα ψηφοδέλτια εξασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα της ψήφου.
- Το ποίημα αποδίδεται σε ανώνυμο δημιουργό.