διακεκριμένος
επίθετο1. Που ξεχωρίζει για την ποιότητα, τις ικανότητες ή τα επιτεύγματά του και τυγχάνει ευρείας αναγνώρισης ή σεβασμού.
2. Που έχει λάβει διάκριση ή επίσημη αναγνώριση για τα προσόντα ή το έργο του.
Συνώνυμα
διαπρεπής επιφανής εξέχων προεξέχων αξιόλογος επώνυμος περιώνυμος περίφημος διάσημος αξιοσέβαστος αξιοσημείωτος καταξιωμένος κορυφαίος σπουδαίος ευυπόληπτος αναγνωρισμένος εκλεκτός γνωστός ιδιαίτερος εξαιρετικός αξιότιμος εκτιμητός σεβάσμιος τιμημένος υπέρτερος φημισμένος πρωτοκλασάτος εξαίρετος λαμπρός ξεχωριστός επιτυχημένος διακριτός σεβαστός ειδικός
Αντώνυμα
άσημος άγνωστος ανώνυμος ασήμαντος μέτριος ταπεινωμένος κοινός αδιάφορος ανυπόληπτος υποδεέστερος αφανής απλός ανυπόξενος αναλώσιμος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διακεκριμένος καθηγητής έδωσε διάλεξη στο πανεπιστήμιο.
- Η διακεκριμένη ερευνήτρια βραβεύτηκε για την εργασία της.
- Οι διακεκριμένοι καλλιτέχνες συμμετείχαν στη διεθνή έκθεση.
- Το μουσείο διαθέτει διακεκριμένο τμήμα σύγχρονης τέχνης.
- Η εταιρεία προσφέρει διακεκριμένη υποστήριξη στους πελάτες με συνδρομή.