αποστασιοποίηση
ουσιαστικό1. Η πράξη ή κατάσταση κατά την οποία δημιουργείται απόσταση μεταξύ του ατόμου και άλλων προσώπων, καταστάσεων ή ιδεών, συνήθως σε συναισθηματικό ή κοινωνικό επίπεδο.
Συνώνυμα
απόσταση απομάκρυνση αποξένωση απομόνωση αποκοπή αμεροληψία αντικειμενικότητα αποσύνδεση αποδέσμευση αποχώρηση αδιαφορία ψυχρότητα απάθεια απαγκίστρωση απεμπλοκή σνομπισμός κρυάδα αποκήρυξη απόσυρση αποκόλληση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποστασιοποίηση της ψυχολόγου επέτρεψε την αντικειμενική αξιολόγηση του ασθενούς.
- Η αποστασιοποίηση του κόμματος από τις ακραίες φωνές άλλαξε την εικόνα του στο κοινό.
- Κατά την πανδημία, η αποστασιοποίηση μεταξύ των πολιτών θεωρήθηκε απαραίτητη για την προστασία της δημόσιας υγείας.
- Η αποστασιοποίηση του αφηγητή δημιούργησε μια ψυχρή, παρατηρητική ατμόσφαιρα στο διήγημα.
- Η αποστασιοποίηση της διοίκησης από τα καθημερινά ζητήματα προκάλεσε αναστάτωση στους εργαζομένους.