αντιμετωπίζω

ρήμα

1. Ενεργώ για την επίλυση ή τον περιορισμό ενός προβλήματος, μιας δυσκολίας ή μιας επικίνδυνης κατάστασης, λαμβάνοντας μέτρα ή εφαρμόζοντας λύσεις.

2. Ασχολούμαι συστηματικά με ένα ζήτημα ή μια υπόθεση με σκοπό να τη διευθετήσω ή να την βελτιώσω.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αυτήν την περίοδο αντιμετωπίζω σοβαρά προβλήματα στη δουλειά.
  • Τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζω μια χρόνια ασθένεια με ψυχραιμία.
  • Όταν βλέπω αδικία, αντιμετωπίζω τους υπεύθυνους δημόσια.
  • Στο έργο αυτό αντιμετωπίζω τεχνικές δυσκολίες που πρέπει να επιλύσω.
  • Σε δύσκολες συναισθηματικές στιγμές αντιμετωπίζω τον φόβο μιλώντας με φίλους.