αντεπεξέρχομαι
ρήμα1. Αντιμετωπίζω και εκπληρώνω απαιτήσεις, καθήκοντα ή δυσκολίες, δείχνοντας ικανότητα ή επάρκεια.
2. Ανταποκρίνομαι αποτελεσματικά σε καταστάσεις πίεσης ή ανάγκης, διατηρώντας λειτουργικότητα ή έλεγχο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη νέα μου δουλειά, αντεπεξέρχομαι στις απαιτήσεις του ρόλου.
- Παρά την κούραση, αντεπεξέρχομαι και ολοκληρώνω όλα τα καθήκοντά μου.
- Όταν προκύπτουν απρόβλεπτα προβλήματα, αντεπεξέρχομαι με ψυχραιμία.
- Με περιορισμένο προϋπολογισμό, αντεπεξέρχομαι οικονομικά για την οικογένεια.
- Σε περιόδους πίεσης, αντεπεξέρχομαι χάρη στη σωστή οργάνωση.