ανούσιος
επίθετο1. Που στερείται ουσιαστικού περιεχομένου ή βάθους, παρουσιάζοντας επιφάνεια χωρίς σαφή στόχευση ή νόημα.
2. Που προκαλεί αίσθηση κενότητας ή αδιαφορίας λόγω επαναληπτικότητας, πρόχειρου χειρισμού ή έλλειψης ενδιαφέροντος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ουσιαστικός ουσιώδης σημαντικός μεστός εμπεριστατωμένος σοβαρός βάσιμος βαθύς περιεκτικός χρήσιμος επίκαιρος τεκμηριωμένος ενδιαφέρων αξιοθαύμαστος ενδιαφέρον ζωτικός μαγευτικός συγκλονιστικός σπουδαίος διασκεδαστικός συναρπαστικός εκπληκτικός επινοητικός καθηλωτικός μεγαλειώδης μνημειώδης εύστοχος εμπνευσμένος αποτελεσματικός εξαίρετος θεϊκός καταπληκτικός απαραίτητος σχετικός ελκυστικός λαμπρός χαρισματικός
Παραδείγματα χρήσης
- Η συζήτηση ήταν ανούσια και κανείς δεν άκουγε πραγματικά.
- Ο διάλογος στο συνέδριο αποδείχτηκε ανούσιος.
- Το σχόλιο του ήταν ανούσιο και προσέβαλε χωρίς λόγο.
- Οι δικαιολογίες τους ήταν ανούσιες, γι' αυτό τις αγνόησα.
- Οι προσπάθειές του να αλλάξει γνώμη ήταν ανούσιες.