ανούσιος

επίθετο

1. Που στερείται ουσιαστικού περιεχομένου ή βάθους, παρουσιάζοντας επιφάνεια χωρίς σαφή στόχευση ή νόημα.

2. Που προκαλεί αίσθηση κενότητας ή αδιαφορίας λόγω επαναληπτικότητας, πρόχειρου χειρισμού ή έλλειψης ενδιαφέροντος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συζήτηση ήταν ανούσια και κανείς δεν άκουγε πραγματικά.
  • Ο διάλογος στο συνέδριο αποδείχτηκε ανούσιος.
  • Το σχόλιο του ήταν ανούσιο και προσέβαλε χωρίς λόγο.
  • Οι δικαιολογίες τους ήταν ανούσιες, γι' αυτό τις αγνόησα.
  • Οι προσπάθειές του να αλλάξει γνώμη ήταν ανούσιες.