ανώφελος
επίθετο1. Που δεν παρέχει ωφέλεια ή δεν συμβάλλει θετικά σε σκοπό, πρόβλημα ή κατάσταση.
2. Που δεν επιφέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και αποδεικνύεται αναποτελεσματικό.
3. Που συνεπάγεται σπατάλη χρόνου, πόρων ή προσπάθειας χωρίς να αποδίδει όφελος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
χρήσιμος ωφέλιμος επωφελής λυσιτελής αποτελεσματικός βοηθητικός αποδοτικός παραγωγικός γόνιμος καρποφόρος χρηστικός πολύτιμος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παλιός υπολογιστής είναι ανώφελος.
- Κάθε προσπάθεια να τον πείσουμε ήταν ανώφελη.
- Οι συζητήσεις μαζί του αποδείχθηκαν ανώφελες.
- Το μέτρο ήταν εντελώς ανώφελο.
- Σπαταλήσαμε ανώφελα χρόνο και ενέργεια.