αναιρώ
ρήμα1. Δηλώνω ότι μια προηγούμενη δήλωση, θέση ή απόφαση δεν ισχύει πια.
2. Παρουσιάζω αντίθετα στοιχεία ή επιχειρήματα που δείχνουν ότι ένας ισχυρισμός είναι λανθασμένος ή μη εφαρμόσιμος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
επιβεβαιώνω επικυρώνω βεβαιώνω αποδεικνύω διαβεβαιώνω καθιστώ διακηρύσσω εμμένω εφαρμόζω καθορίζω ορίζω πιστοποιώ συμπεραίνω τεκμηριώνω υποστηρίζω χορηγώ θεσπίζω κατοχυρώνω οριστικοποιώ συντρέχω επαληθεύω εγκρίνω αποδέχομαι αναγνωρίζω διατηρώ επιμένω προτείνω επηρεάζω στήνω δηλώνω αναρτώ διαμορφώνω θέτω καταχωρώ προγραμματίζω στηρίζω συμβάλλω συντελώ ανακηρύσσω δικαιολογώ εγκαθιδρύω επικαλούμαι κηρύσσω υλοποιώ χαρακτηρίζω υιοθετώ σημαίνω ανακοινώνω αναπαριστώ παραθέτω προωθώ συνθέτω
Παραδείγματα χρήσης
- Αναιρώ την προηγούμενη δήλωσή μου.
- Αναιρώ την εξουσιοδότησή μου προς τον εκπρόσωπο.
- Η διοίκηση αναιρεί την απόφαση λόγω νέων στοιχείων.
- Τα νέα δεδομένα αναιρούν την αρχική υπόθεση της έρευνας.
- Το ανώτατο δικαστήριο αναιρεί την πρωτόδικη απόφαση.