άνοδος
ουσιαστικό1. Κίνηση ή μετακίνηση προς τα πάνω ή σε υψηλότερο σημείο ή επίπεδο.
2. Αύξηση σε μέγεθος, βαθμό, επίπεδο ή ποσότητα (π.χ. τιμές, θερμοκρασία, δημοτικότητα).
3. Μετάβαση σε υψηλότερη θέση, αξίωμα ή κοινωνική/επαγγελματική στάθμη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η άνοδος της θερμοκρασίας προβλέπεται για αύριο.
- Η άνοδος των τιμών επηρεάζει το κόστος ζωής.
- Κατά την άνοδο στο βουνό φόραγε κατάλληλο εξοπλισμό.
- Η άνοδος στην ιεραρχία της εταιρείας οφείλεται στις ικανότητές της.
- Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας ανησυχεί τους κατοίκους των παράκτιων περιοχών.