βύθισμα

ουσιαστικό

1. Βαθούλωμα ή κοίλωμα σε επιφάνεια ή έδαφος, που σχηματίζεται όταν το κέντρο χαμηλώνει σε σχέση με τα γύρω σημεία.

2. Κατάβαση ή υποχώρηση ενός σώματος μέσα σε υγρό ή άλλο μέσο, ώστε να καλύπτεται μερικά ή ολικά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το καράβι υπέστη ένα μικρό βύθισμα μετά τη σύγκρουση.
  • Στο σχέδιο φαίνεται το βύθισμα της θεμελίωσης μέσα στο έδαφος.
  • Το ξαφνικό βύθισμα της θερμοκρασίας μάς έπιασε απροετοίμαστους.
  • Παρατήρησε το βύθισμα του εδάφους κοντά στο ρέμα.
  • Μετά την κρίση, το χρηματιστήριο γνώρισε έντονο βύθισμα.