υπηρέτης

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ή εκτελεί καθήκοντα για λογαριασμό άλλου, συνήθως σε οικιακό, προσωπικό ή επαγγελματικό πλαίσιο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο υπηρέτης σκούπισε το σαλόνι πριν φτάσουν οι επισκέπτες.
  • Ο πολιτικός πρέπει να είναι υπηρέτης του λαού και όχι των συμφερόντων.
  • Ο μοναχός αυτοαποκαλούνταν υπηρέτης του Θεού.
  • Ο ιστότοπος φιλοξενείται σε έναν υπηρέτης στην Ευρώπη.
  • Ένιωθε πως ήταν υπηρέτης των συνηθειών του, χωρίς προσωπική ελευθερία.